Posted by: Chambersfield Economides Kranos
Category: COVID-19, NEWS


Ακολουθεί Ελληνική Μετάφραση

The outbreak and rapid escalation of the pandemic of COVID-19, has shaken the world, confronting it with an unheard-of and unprecedented, for modern society, situation. The evolving spread of COVID-19 has had numerous implications and has brought significant challenges, not only at global health level, but also in interpersonal and business relationships, in domestic and global, economic and business sectors.

Many people fail to comply with their contractual obligations, because of the unexpected outbreak of COVID-19 crisis, as well as a consequence of the measures that have been taken by the Government, aiming to minimise the effects and implications of COVID-19 crisis, including, but not limited to the temporary suspension of the operation of a huge number of businesses. Therefore, this reasonably raises the question as to whether the pandemic of COVID-19, could, indeed, be considered as a “force majeure” event, thereby justifying and relieving the party in default to comply with his contractual obligations and subsequently, from the obligation of paying damages to the innocent party.

What exactly constitutes a “force majeure” event has been, repeatedly, called upon to be interpreted by the Cypriot Courts, in numerous cases. No statutory interpretation exists of what precisely constitutes a “force majeure” event, but guiding principles have been emerged through the case law, of the District Courts and the Supreme Court, as well.

According to case law, the term “force majeure” refers to unforeseen and extraordinary events and/or circumstances, the occurrence of which, in any case, could not have been avoided despite the due diligence exercised by the party in default. In such a case, the party in default is relieved of responsibility. Therefore, the ultimate purpose of a “force majeure” clause is to safeguard the rights of the contracting parties, namely, to exempt them from complying with certain of their contractual obligations, under unforeseen circumstances which in no case fall within their sphere of control.

In many commercial agreements, a “force majeure” clause is observed, which includes, inter alia, possible definitions and examples of what could be deemed as a force majeure event. Nevertheless, a mere reference to “force majeure” does not, necessarily, provide certainty as to what is covered and/or has been construed to cover. For example, “force majeure” clauses usually refer to extraordinary circumstances, such as a war, strike, riot, crime, epidemic, and/or, any other events defined as acts of God (e.g. hurricanes, floods, earthquakes, volcanic eruptions, etc.). Nevertheless, in practice, most force majeure clauses do not justify a party’s non-performance of its contractual obligations, altogether.

It is understood that whether, or, not, an incident constitutes an act of force majeure, is based on the special circumstances of each case, on the respective agreement between the Contracting Parties and in particular, as well as on the precise drafting of the relevant contractual clauses. Therefore, the force majeure clauses shall be drafted as clearly and precisely as possible.

Furthermore, it is worth mentioning that in absence of a force majeure clause, the party in default may, always pursuant to the specific circumstances of each case, possibly, rely on the common-law doctrine of frustration. Under the doctrine of frustration, the party in default may be relieved of any liability, because of an extraordinary and supervening event, which in no case falls within the sphere of control of either of the parties.

Regarding tenancy agreements, noted shall be that, among other governmental measures that have been undertaken for tackling COVID-19 crisis, the Cabinet approved a bill, suspending and/or freezing all Court proceedings and/or the execution of any eviction Court orders and/or decisions, based on non-payment of rents, until 31st of May 2020. In no case, however, this provision, exempts the tenants from their obligation to pay, the rents due, for the said period of time.

In light of the abovementioned, whether COVID-19 pandemic could be deemed a “force majeure” event, shall be examined on a case-by-case basis.



Η εκδήλωση και ραγδαία έξαρση της πανδημίας του COVID-19 έχει κλονίσει το παγκόσμιο, θέτοντάς το αντιμέτωπο με μία πρωτόγνωρη και πρωτοφανή, για τη σύγχρονη κοινωνία, κατάσταση. Η ραγδαία εξάπλωση του COVID19 έχει επιφέρει πληθώρα επιπτώσεων και σημαντικών προκλήσεων, όχι μόνο στο επίπεδο της παγκόσμιας υγείας, αλλά και στις διαπροσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις, σε εγχώριο και παγκόσμιο, οικονομικό και επιχειρηματικό τομέα.

Πολλοί αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, συνεπεία του ξεσπάσματος της κρίσης του COVID19, ως επίσης και ως επακόλουθο των μέτρων που έχουν ληφθεί από την Κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων, την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας μεγάλου μέρους επιχειρήσεων, για σκοπούς περιορισμού και/ή ελαχιστοποίησης των δυσμενών επιπτώσεων που ενέχει το ξέσπασμα της κρίσης του COVID-19. Ως εκ τούτου, εύλογα εγείρεται το ερώτημα του καταπόσον η πανδημία του COVID-19 μπορεί, πράγματι, να ερμηνευθεί, ως συμβάν «ανωτέρας βίας», αιτιολογώντας και απαλλάσσοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το συμβαλλόμενο μέρος που παραβιάζει τη σύμβαση, από πιθανή καταβολή αποζημιώσεων στο ανυπαίτιο μέρος.

Το τί επακριβώς συνιστά γεγονός «ανωτέρας βίας» έχουν κληθεί να ερμηνεύσουν, κατ’ επανάληψη, στο παρελθόν, τα Κυπριακά Δικαστήρια, σε πληθώρα υποθέσεων. Εντούτοις, δεν υφίσταται θεσμοθετημένη ερμηνεία του τι εστίν «ανωτέρα βία», αλλά καθοδηγητικές αρχές δίδονται μέσα από την νομολογία τόσο των Πρωτόδικων Δικαστηρίων, όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Κατά πάγια νομολογία, ο όρος «ανωτέρα βία» αναφέρεται σε απρόβλεπτα και εξαιρετικά γεγονότα και/ή περιστάσεις, η επέλευση των οποίων, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να μπορούσε να αποφευχθεί παρά τη δέουσα επιδειχθείσα επιμέλεια από μέρους των συμβαλλομένων μερών. Σε τέτοια περίπτωση το συμβαλλόμενο μέρος που παραβιάζει τη σύμβαση, απαλλάσσεται ευθύνης. Ως εκ τούτου, απώτερος σκοπός της συμπερίληψης ρήτρας περί «ανωτέρας βίας» συνιστά η διαφύλαξή των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μερών και δη, η απαλλαγή τους από την εκπλήρωση των συμβατικών τους ευθυνών και υποχρεώσεων, σε απρόβλεπτες συνθήκες και οι οποίες σε καμία περίπτωση εμπίπτουν εντός της σφαίρας του ελέγχου τους.

Σε πολλές συμβάσεις, εμπορικής φύσεως, παρατηρείται, συχνά, η σχετική ρήτρα περί «ανωτέρας βίας», η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πιθανούς ορισμούς και παραδείγματα του τι αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας. Ωστόσο, η απλή αναφορά στον όρο «ανωτέρα βία» δεν παρέχει κατ’ ανάγκη βεβαιότητα ως προς το τι επακριβώς καλύπτει και/ή επιδιώκει να καλύψει. Για παράδειγμα, οι ρήτρες «ανωτέρας βίας» είθισται όπως αναφέρονται σε απρόσμενα συμβάντα, όπως πολέμους, απεργίες, πραξικόπημα, εγκλήματα, επιδημίες και/ή άλλα γεγονότα που ορίζονται ως πράξεις του Θεού (π.χ. τυφώνες, πλημμύρες, σεισμοί, κλπ.). Εντούτοις, στην πράξη, οι περισσότερες ρήτρες «ανωτέρας βίας» δεν δικαιολογούν την, εξ’ ολοκλήρου, μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων ενός μέρους.

Νοείται ότι το καταπόσον ένα περιστατικό συνιστά ή όχι γεγονός «ανωτέρας βίας», έγκειται στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στην εκάστοτε συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα, στον τρόπο σύνταξης των σχετικών συμβατικών διατάξεων. Ως εκ τούτου, καθίσταται ανάγκη όπως οι ρήτρες «ανωτέρας βίας» συντάσσονται όσο το δυνατό με περισσότερη σαφήνεια και ακρίβεια.

Περαιτέρω, αξίζει όπως σημειωθεί ότι σε περίπτωση μη συμπερίληψης ρήτρας περί «ανωτέρας βίας», το μέρος που βρίσκεται σε παράβαση σύμβασης, στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης, δύναται, ενδεχομένως, να επικαλεστεί το νομολογιακό δόγμα της απογοήτευσης (doctrine of frustration) να απαλλαγεί από την ευθύνη μη εκτέλεσης των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Όσον αφορά τις συμβάσεις μίσθωσης, σημειώνεται ότι, μεταξύ άλλων κυβερνητικών μέτρων που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης COVID-19, το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε νομοσχέδιο, αναστέλλοντας όλες τις Δικαστικές διαδικασίες και/ή εκτέλεση διαταγμάτων και/ή αποφάσεων για έξωση, που βασίζονται στη μη καταβολή των ενοικίων, μέχρι τις 31 Μαΐου 2020. Σε καμία περίπτωση όμως, αυτή η πρόνοια απαλλάσσει τους ενοικιαστές από την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν, τα τρέχοντα ενοίκια, για την εν λόγω χρονική περίοδο.

Υπό το φως των ανωτέρω, το ερώτημα του καταπόσον η πανδημία του COVID-19, συνιστά συμβάν- ανωτέρας βίας κρίνεται στη βάση των συμβατικών όρων και πραγματικών συνθηκών κάθε περίστασης.